うら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φόδρα, επένδυση
  2. 02 υποστήριξη, επιβεβαίωση (π.χ. μιας θεωρίας), ενίσχυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
裏打ちする
Παρόν (ευγενικό)
裏打ちします
Άρνηση (απλή)
裏打ちしない
Άρνηση (ευγενική)
裏打ちしません
Παρελθόν (απλό)
裏打ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
裏打ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
裏打ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
裏打ちしませんでした
Τε-μορφή
裏打ちして
Δυνητική
裏打ちできる
Προστακτική
裏打ちしろ
Βουλητική
裏打ちしよう
Υποθετική (ば)
裏打ちすれば