裕ゆう福ふく

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλούσιος, εύπορος, εύκατάστατος, οικονομικά άνετος

Παραδείγματα

  • 彼かれは裕福ゆうふくです。

    Αυτός είναι πλούσιος.

  • 彼かれの家族かぞくはとても裕福ゆうふくだと聞ききました。

    Άκουσα ότι η οικογένειά του είναι πολύ πλούσια.

  • 必かならずしも裕福ゆうふくな生活せいかつが幸福こうふくに繋つながるとは限かぎりません。

    Μια πλούσια ζωή δεν οδηγεί απαραίτητα στην ευτυχία.