かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπλήρωση, αναπλήρωση, ολοκλήρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
補完する
Παρόν (ευγενικό)
補完します
Άρνηση (απλή)
補完しない
Άρνηση (ευγενική)
補完しません
Παρελθόν (απλό)
補完した
Παρελθόν (ευγενικό)
補完しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
補完しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
補完しませんでした
Τε-μορφή
補完して
Δυνητική
補完できる
Προστακτική
補完しろ
Βουλητική
補完しよう
Υποθετική (ば)
補完すれば