補導
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθοδήγηση, κατεύθυνση, καθοδήγηση
- 02 καθοδήγηση ανηλίκων για την αποτροπή παραβατικότητας, προστατευτική φύλαξη ανηλίκων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 補導する
- Παρόν (ευγενικό)
- 補導します
- Άρνηση (απλή)
- 補導しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 補導しません
- Παρελθόν (απλό)
- 補導した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 補導しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 補導しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 補導しませんでした
- Τε-μορφή
- 補導して
- Δυνητική
- 補導できる
- Προστακτική
- 補導しろ
- Βουλητική
- 補導しよう
- Υποθετική (ば)
- 補導すれば
- Υποθετική (たら)
- 補導したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 補導したい
- Απαγορευτική (~な)
- 補導するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 補導しなさい
- Παθητική
- 補導される
- Αιτιατική
- 補導させる