てつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διόρθωση, αναθεώρηση, συμπλήρωση
  2. 02 οδοντική πρόθεση, προσθετική

Κλίση

Παρόν (απλό)
補綴する
Παρόν (ευγενικό)
補綴します
Άρνηση (απλή)
補綴しない
Άρνηση (ευγενική)
補綴しません
Παρελθόν (απλό)
補綴した
Παρελθόν (ευγενικό)
補綴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
補綴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
補綴しませんでした
Τε-μορφή
補綴して
Δυνητική
補綴できる
Προστακτική
補綴しろ
Βουλητική
補綴しよう
Υποθετική (ば)
補綴すれば