裸になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγάζω τα ρούχα μου, γδύνομαι, απογυμνώνομαι, μένω γυμνός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 裸になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 裸になります
- Άρνηση (απλή)
- 裸にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 裸になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 裸になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 裸になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 裸にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 裸になりませんでした
- Τε-μορφή
- 裸になって
- Δυνητική
- 裸になれる
- Προστακτική
- 裸になれ
- Βουλητική
- 裸になろう
- Υποθετική (ば)
- 裸になれば
- Υποθετική (たら)
- 裸になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 裸になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 裸になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 裸になりなさい
- Παθητική
- 裸になられる
- Αιτιατική
- 裸にならせる