裸足はだし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καταισχύνομαι (για ειδικό), υστερώ (έναντι κάποιου), τρέπομαι σε φυγή ξυπόλητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
裸足で逃げ出す
Παρόν (ευγενικό)
裸足で逃げ出します
Άρνηση (απλή)
裸足で逃げ出さない
Άρνηση (ευγενική)
裸足で逃げ出しません
Παρελθόν (απλό)
裸足で逃げ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
裸足で逃げ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
裸足で逃げ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
裸足で逃げ出しませんでした
Τε-μορφή
裸足で逃げ出して
Δυνητική
裸足で逃げ出せる
Προστακτική
裸足で逃げ出せ
Βουλητική
裸足で逃げ出そう
Υποθετική (ば)
裸足で逃げ出せば