製剤
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκευασμα, παρασκευη, φαρμακοτεχνικη μορφη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 製剤する
- Παρόν (ευγενικό)
- 製剤します
- Άρνηση (απλή)
- 製剤しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 製剤しません
- Παρελθόν (απλό)
- 製剤した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 製剤しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 製剤しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 製剤しませんでした
- Τε-μορφή
- 製剤して
- Δυνητική
- 製剤できる
- Προστακτική
- 製剤しろ
- Βουλητική
- 製剤しよう
- Υποθετική (ば)
- 製剤すれば
- Υποθετική (たら)
- 製剤したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 製剤したい
- Απαγορευτική (~な)
- 製剤するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 製剤しなさい
- Παθητική
- 製剤される
- Αιτιατική
- 製剤させる