複ふく雑ざつ

επίθετο, ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολύπλοκος, περίπλοκος, δαιδαλώδης, μικτός (για συναισθήματα)

Παραδείγματα

  • この問題もんだいは複雑ふくざつです。

    Αυτό το πρόβλημα είναι περίπλοκο.

  • 彼かれの説明せつめいは複雑ふくざつすぎて、よく理解りかいできませんでした。

    Η εξήγησή του ήταν τόσο περίπλοκη που δεν την κατάλαβα καλά.

  • 職場しょくばにおける複雑ふくざつな人間関係にんげんかんけいを円滑えんかつにするには、かなりの努力どりょくと経験けいけんが必要ひつようです。

    Για να διαχειριστεί κανείς ομαλά τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις στο χώρο εργασίας, απαιτείται σημαντική προσπάθεια και εμπειρία.