せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα μου
  2. 02 ατονώ, ξεθωριάζω (π.χ. για μια ανάμνηση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
褪せる
Παρόν (ευγενικό)
褪せます
Άρνηση (απλή)
褪せない
Άρνηση (ευγενική)
褪せません
Παρελθόν (απλό)
褪せた
Παρελθόν (ευγενικό)
褪せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
褪せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
褪せませんでした
Τε-μορφή
褪せて
Δυνητική
褪せられる
Προστακτική
褪せろ
Βουλητική
褪せよう
Υποθετική (ば)
褪せれば