せっとく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βεβήλωση, καταπάτηση ιερού αντικειμένου

Κλίση

Παρόν (απλό)
褻涜する
Παρόν (ευγενικό)
褻涜します
Άρνηση (απλή)
褻涜しない
Άρνηση (ευγενική)
褻涜しません
Παρελθόν (απλό)
褻涜した
Παρελθόν (ευγενικό)
褻涜しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
褻涜しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
褻涜しませんでした
Τε-μορφή
褻涜して
Δυνητική
褻涜できる
Προστακτική
褻涜しろ
Βουλητική
褻涜しよう
Υποθετική (ば)
褻涜すれば