襲おそいかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτίθεμαι, ορμώ, εφορμώ, ξεσπώ, πηδώ πάνω σε

Παραδείγματα

  • 猫ねこがねずみに襲おそいかかる。

    Η γάτα ορμάει στο ποντίκι.

  • 暗闇くらやみから突然とつぜん、怪あやしい影かげが彼かれに襲おそいかかった。

    Ξαφνικά, μια ύποπτη σκιά του επιτέθηκε από το σκοτάδι.

  • 予期よきせぬ困難こんなんが次々つぎつぎと襲おそいかかり、彼かれは一時いちじ立たち尽つくすしかなかった。

    Οι απρόβλεπτες δυσκολίες τον χτυπούσαν η μία μετά την άλλη, και για μια στιγμή, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να μείνει ακίνητος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
襲いかかる
Παρόν (ευγενικό)
襲いかかります
Άρνηση (απλή)
襲いかからない
Άρνηση (ευγενική)
襲いかかりません
Παρελθόν (απλό)
襲いかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
襲いかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
襲いかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
襲いかかりませんでした
Τε-μορφή
襲いかかって
Δυνητική
襲いかかれる
Προστακτική
襲いかかれ
Βουλητική
襲いかかろう
Υποθετική (ば)
襲いかかれば