しゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υιοθέτηση
  2. 02 ακολουθία

Κλίση

Παρόν (απλό)
襲用する
Παρόν (ευγενικό)
襲用します
Άρνηση (απλή)
襲用しない
Άρνηση (ευγενική)
襲用しません
Παρελθόν (απλό)
襲用した
Παρελθόν (ευγενικό)
襲用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
襲用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
襲用しませんでした
Τε-μορφή
襲用して
Δυνητική
襲用できる
Προστακτική
襲用しろ
Βουλητική
襲用しよう
Υποθετική (ば)
襲用すれば