西せいこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πορεία προς τη δύση, κατεύθυνση δυτικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
西行する
Παρόν (ευγενικό)
西行します
Άρνηση (απλή)
西行しない
Άρνηση (ευγενική)
西行しません
Παρελθόν (απλό)
西行した
Παρελθόν (ευγενικό)
西行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
西行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
西行しませんでした
Τε-μορφή
西行して
Δυνητική
西行できる
Προστακτική
西行しろ
Βουλητική
西行しよう
Υποθετική (ば)
西行すれば