ようさい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οχύρωση, οχυρωματικό έργο

Κλίση

Παρόν (απλό)
要塞化する
Παρόν (ευγενικό)
要塞化します
Άρνηση (απλή)
要塞化しない
Άρνηση (ευγενική)
要塞化しません
Παρελθόν (απλό)
要塞化した
Παρελθόν (ευγενικό)
要塞化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
要塞化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
要塞化しませんでした
Τε-μορφή
要塞化して
Δυνητική
要塞化できる
Προστακτική
要塞化しろ
Βουλητική
要塞化しよう
Υποθετική (ば)
要塞化すれば