まみえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: みえる

  1. 01 ταπεινό γίνομαι δεκτός σε ακρόαση, συναντώ, βλέπω
  2. 02 αντιμετωπίζω (εχθρό), έρχομαι αντιμέτωπος
  3. 03 υπηρετώ (κυρίως ως σύζυγος κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
見える
Παρόν (ευγενικό)
見えます
Άρνηση (απλή)
見えない
Άρνηση (ευγενική)
見えません
Παρελθόν (απλό)
見えた
Παρελθόν (ευγενικό)
見えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見えませんでした
Τε-μορφή
見えて
Δυνητική
見えられる
Προστακτική
見えろ
Βουλητική
見えよう
Υποθετική (ば)
見えれば