見すぼらしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φθαρμένος, άσχημος, ατημέλητος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見すぼらしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 見すぼらしいです
- Άρνηση (απλή)
- 見すぼらしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見すぼらしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 見すぼらしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見すぼらしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見すぼらしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見すぼらしくなかったです
- Τε-μορφή
- 見すぼらしくて
- Υποθετική (ば)
- 見すぼらしければ
- Υποθετική (たら)
- 見すぼらしかったら