せる

ρήμα, άλλο | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δείχνω, προβάλλω
  2. 02 κάνω να φαίνεται, παρουσιάζω μια όψη
  3. 03 κάνω κάτι να αξίζει να το δει κανείς, είμαι διασκεδαστικός
  4. 04 εξετάζω κάτι (από ειδικό), εκτιμώ (π.χ. μια αντίκα)
  5. 05 γράφεται και ως 診せる εξετάζω (π.χ. τραύμα, κάποιον) από γιατρό, πηγαίνω (κάποιον) σε γιατρό
  6. 06 κάνω επίδειξη (ότι κάνω κάτι), κάνω κάτι επιδεικτικά, κάνω κάτι ενώπιον άλλων
  7. 07 αποφασίζω να κάνω, κάνω οπωσδήποτε, δείχνω στους άλλους ότι θα...

Παραδείγματα

  • 写真しゃしんせてください。

    Σε παρακαλώ, δείξε μου τη φωτογραφία.

  • 先生せんせいにテストの結果けっかせました

    Έδειξα τα αποτελέσματα του τεστ στον καθηγητή.

  • 今回こんかいのプロジェクトでは、自分じぶん実力じつりょく存分ぞんぶんせたおもっています。

    Σε αυτό το έργο, θέλω να δείξω πλήρως τις ικανότητές μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見せる
Παρόν (ευγενικό)
見せます
Άρνηση (απλή)
見せない
Άρνηση (ευγενική)
見せません
Παρελθόν (απλό)
見せた
Παρελθόν (ευγενικό)
見せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見せませんでした
Τε-μορφή
見せて
Δυνητική
見せられる
Προστακτική
見せろ
Βουλητική
見せよう
Υποθετική (ば)
見せれば