つける

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκω, ανακαλύπτω, συναντώ, εντοπίζω, πιάνω (κάποιον να κάνει κάτι)
  2. 02 έχω συνηθίσει να βλέπω, μου είναι γνώριμο, μου είναι οικείο

Παραδείγματα

  • ペンをつけました

    Βρήκα ένα στυλό.

  • 友達ともだちにいいプレゼントをつけたです。

    Θέλω να βρω ένα ωραίο δώρο για τον φίλο μου.

  • 自分じぶんった仕事しごとつけるのはむずかしいです。

    Είναι δύσκολο να βρεις μια δουλειά που να σου ταιριάζει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見つける
Παρόν (ευγενικό)
見つけます
Άρνηση (απλή)
見つけない
Άρνηση (ευγενική)
見つけません
Παρελθόν (απλό)
見つけた
Παρελθόν (ευγενικό)
見つけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見つけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見つけませんでした
Τε-μορφή
見つけて
Δυνητική
見つけられる
Προστακτική
見つけろ
Βουλητική
見つけよう
Υποθετική (ば)
見つければ