つめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, παρακολουθώ με προσήλωση, καρφώνω το βλέμμα μου (σε)

Παραδείγματα

  • 子供こどもねこつめる

    Το παιδί κοιτάζει τη γάτα.

  • 彼女かのじょかれをじっとつめていた。

    Τον κοιτούσε επίμονα στα μάτια.

  • 将来しょうらい目標もくひょうつめ、ひたむきに努力どりょくつづけることが成功せいこうへの第一歩だいいっぽだ。

    Το να ατενίζεις τους μελλοντικούς σου στόχους και να συνεχίζεις να προσπαθείς με αφοσίωση είναι το πρώτο βήμα προς την επιτυχία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見つめる
Παρόν (ευγενικό)
見つめます
Άρνηση (απλή)
見つめない
Άρνηση (ευγενική)
見つめません
Παρελθόν (απλό)
見つめた
Παρελθόν (ευγενικό)
見つめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見つめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見つめませんでした
Τε-μορφή
見つめて
Δυνητική
見つめられる
Προστακτική
見つめろ
Βουλητική
見つめよう
Υποθετική (ば)
見つめれば