てもらう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 診てもらう επισκέπτομαι (γιατρό κ.λπ.)
  2. 02 συμβουλεύομαι (κάποιον)

Παραδείγματα

  • 医者いしゃてもらいます

    Θα πάω στον γιατρό.

  • くるま調子ちょうしわるいので、明日あした整備士せいびしてもらいます

    Το αμάξι δεν είναι καλά, οπότε θα το πάω σε έναν μηχανικό αύριο να το δει.

  • 最近さいきん体調たいちょうがすぐれないので、ねんのため一度いちど専門医せんもんいてもらったほうがいいかもしれませんね。

    Τελευταία δεν νιώθω πολύ καλά, οπότε ίσως είναι καλύτερα να με δει ένας ειδικός γιατρός, για παν ενδεχόμενο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見てもらう
Παρόν (ευγενικό)
見てもらいます
Άρνηση (απλή)
見てもらわない
Άρνηση (ευγενική)
見てもらいません
Παρελθόν (απλό)
見てもらった
Παρελθόν (ευγενικό)
見てもらいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見てもらわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見てもらいませんでした
Τε-μορφή
見てもらって
Δυνητική
見てもらえる
Προστακτική
見てもらえ
Βουλητική
見てもらおう
Υποθετική (ば)
見てもらえば