なす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θεωρώ, λογαριάζω, κρίνω, βλέπω (ως)

Παραδείγματα

  • かれ友達ともだちなします

    Τον θεωρώ φίλο.

  • わたしは、その決定けっていただしいとなしています。

    Θεωρώ αυτή την απόφαση σωστή.

  • 法律ほうりつでは、この行為こうい違法いほうなされます。

    Ο νόμος κρίνει αυτή την πράξη παράνομη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見なす
Παρόν (ευγενικό)
見なします
Άρνηση (απλή)
見なさない
Άρνηση (ευγενική)
見なしません
Παρελθόν (απλό)
見なした
Παρελθόν (ευγενικό)
見なしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見なさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見なしませんでした
Τε-μορφή
見なして
Δυνητική
見なせる
Προστακτική
見なせ
Βουλητική
見なそう
Υποθετική (ば)
見なせば