にくい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσδιάκριτος
  2. 02 ασαφής, δυσδιάκριτος, δυσανάγνωστος

Κλίση

Παρόν (απλό)
見にくい
Παρόν (ευγενικό)
見にくいです
Άρνηση (απλή)
見にくくない
Άρνηση (ευγενική)
見にくくないです
Παρελθόν (απλό)
見にくかった
Παρελθόν (ευγενικό)
見にくかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見にくくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見にくくなかったです
Τε-μορφή
見にくくて
Υποθετική (ば)
見にくければ