見に出かける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πηγαίνω για να δω (κάτι), παρακολουθώ (π.χ. αγώνα, παράσταση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見に出かける
- Παρόν (ευγενικό)
- 見に出かけます
- Άρνηση (απλή)
- 見に出かけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見に出かけません
- Παρελθόν (απλό)
- 見に出かけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見に出かけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見に出かけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見に出かけませんでした
- Τε-μορφή
- 見に出かけて
- Δυνητική
- 見に出かけられる
- Προστακτική
- 見に出かけろ
- Βουλητική
- 見に出かけよう
- Υποθετική (ば)
- 見に出かければ
- Υποθετική (たら)
- 見に出かけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 見に出かけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 見に出かけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 見に出かけなさい
- Παθητική
- 見に出かけられる
- Αιτιατική
- 見に出かけさせる