見みに行いく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάω να δω, επισκέπτομαι

Παραδείγματα

  • 映画えいがを見みに行いきます。

    Πάω να δω μια ταινία.

  • 週末しゅうまつに友達ともだちと新あたらしい美術館びじゅつかんを見みに行いく予定よていです。

    Το Σαββατοκύριακο έχω κανονίσει να πάω να δω το καινούργιο μουσείο με τους φίλους μου.

  • 来月らいげつ、以前いぜんからずっと気きになっていた劇げきを見みに行いくことになったので、今いまからとても楽たのしみにしています。

    Τον επόμενο μήνα θα πάω επιτέλους να δω την παράσταση που ήθελα πολύ εδώ και καιρό, οπότε την περιμένω με ανυπομονησία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見に行く
Παρόν (ευγενικό)
見に行きます
Άρνηση (απλή)
見に行かない
Άρνηση (ευγενική)
見に行きません
Παρελθόν (απλό)
見に行った
Παρελθόν (ευγενικό)
見に行きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見に行かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見に行きませんでした
Τε-μορφή
見に行って
Δυνητική
見に行ける
Προστακτική
見に行け
Βουλητική
見に行こう
Υποθετική (ば)
見に行けば