やる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω, ατενίζω, βλέπω επίμονα

Παραδείγματα

  • わたしそらやります

    Κοιτάζω τον ουρανό.

  • かれとおくの山々やまやまやり、物思ものおもいにふけっていました。

    Κοιτούσε τα μακρινά βουνά, χαμένος στις σκέψεις του.

  • まどからとおりをやりながら、彼女かのじょはいつかおとずれるであろうあたらしい生活せいかつおもいをはせていました。

    Ενώ κοιτούσε τον δρόμο από το παράθυρο, σκεφτόταν τη νέα ζωή που θα ερχόταν κάποια μέρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見やる
Παρόν (ευγενικό)
見やります
Άρνηση (απλή)
見やらない
Άρνηση (ευγενική)
見やりません
Παρελθόν (απλό)
見やった
Παρελθόν (ευγενικό)
見やりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見やらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見やりませんでした
Τε-μορφή
見やって
Δυνητική
見やれる
Προστακτική
見やれ
Βουλητική
見やろう
Υποθετική (ば)
見やれば