げる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω ψηλά, σηκώνω τα μάτια μου
  2. 02 θαυμάζω, σέβομαι

Παραδείγματα

  • そら見上みあげます

    Κοιτάζω ψηλά στον ουρανό.

  • たかいビルを見上みあげて、そのおおきさにおどろきました。

    Κοίταξα ψηλά ένα ψηλό κτίριο και εξεπλάγην από το μέγεθός του.

  • かれ若手わかてながら、その実力じつりょく人柄ひとがらまわりの先輩せんぱいからも見上みあげられる存在そんざいとなった。

    Αν και ήταν νεαρός, με την ικανότητα και τον χαρακτήρα του, έγινε ένα πρόσωπο που τον σέβονταν ακόμη και οι ανώτεροί του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見上げる
Παρόν (ευγενικό)
見上げます
Άρνηση (απλή)
見上げない
Άρνηση (ευγενική)
見上げません
Παρελθόν (απλό)
見上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
見上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見上げませんでした
Τε-μορφή
見上げて
Δυνητική
見上げられる
Προστακτική
見上げろ
Βουλητική
見上げよう
Υποθετική (ば)
見上げれば