まさ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερέχω στη σύγκριση, παρουσιάζω καλύτερη εικόνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
見優りする
Παρόν (ευγενικό)
見優りします
Άρνηση (απλή)
見優りしない
Άρνηση (ευγενική)
見優りしません
Παρελθόν (απλό)
見優りした
Παρελθόν (ευγενικό)
見優りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見優りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見優りしませんでした
Τε-μορφή
見優りして
Δυνητική
見優りできる
Προστακτική
見優りしろ
Βουλητική
見優りしよう
Υποθετική (ば)
見優りすれば