ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, καρφώνω το βλέμμα μου σε κάτι
  2. 02 μαγεύω, συναρπάζω, κυριεύω, σαγηνεύω

Παραδείγματα

  • わたし見入みい

    Κοιτάζω τον πίνακα.

  • かれはテレビに夢中むちゅうで、画面がめん見入みいっていた。

    Ήταν απορροφημένος στην τηλεόραση και κοιτούσε επίμονα την οθόνη.

  • 夕暮ゆうぐれのそらりなす壮大そうだいなグラデーションに、道行みちゆ人々ひとびとあしめておもわず見入みいっていた。

    Οι περαστικοί σταμάτησαν και κοιτούσαν μαγεμένοι τις υπέροχες διαβαθμίσεις χρωμάτων που δημιουργούσε ο ουρανός το σούρουπο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見入る
Παρόν (ευγενικό)
見入ります
Άρνηση (απλή)
見入らない
Άρνηση (ευγενική)
見入りません
Παρελθόν (απλό)
見入った
Παρελθόν (ευγενικό)
見入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見入りませんでした
Τε-μορφή
見入って
Δυνητική
見入れる
Προστακτική
見入れ
Βουλητική
見入ろう
Υποθετική (ば)
見入れば