見出みいだ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακαλύπτω, εντοπίζω, παρατηρώ, βρίσκω
  2. 02 επιλέγω, διαλέγω, ξεχωρίζω
  3. 03 κοιτάζω έξω (από μέσα)
  4. 04 έχω ορθάνοιχτα μάτια (από έκπληξη, θυμό κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • わたしあたらしい趣味しゅみ見出みいだした

    Βρήκα ένα καινούργιο χόμπι.

  • かれ群衆ぐんしゅうなかからすぐにそのかお見出みいだした

    Αμέσως ξεχώρισε το πρόσωπο αυτό μέσα στο πλήθος.

  • どんなにきびしい状況じょうきょうでも、自分じぶんなりの希望きぼう見出みいだことがきるちからになる。

    Όσο δύσκολες κι αν είναι οι καταστάσεις, το να βρίσκεις τη δική σου ελπίδα γίνεται δύναμη για να ζήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見出す
Παρόν (ευγενικό)
見出します
Άρνηση (απλή)
見出さない
Άρνηση (ευγενική)
見出しません
Παρελθόν (απλό)
見出した
Παρελθόν (ευγενικό)
見出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見出しませんでした
Τε-μορφή
見出して
Δυνητική
見出せる
Προστακτική
見出せ
Βουλητική
見出そう
Υποθετική (ば)
見出せば