見切れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φαίνομαι κατά λάθος (σε θεατρική παράσταση, τηλεοπτική εκπομπή, κ.λπ.)
- 02 κόβομαι εν μέρει (σε φωτογραφία, βίντεο, κ.λπ.), βρίσκομαι εν μέρει εκτός κάδρου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見切れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 見切れます
- Άρνηση (απλή)
- 見切れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見切れません
- Παρελθόν (απλό)
- 見切れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見切れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見切れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見切れませんでした
- Τε-μορφή
- 見切れて
- Δυνητική
- 見切れられる
- Προστακτική
- 見切れろ
- Βουλητική
- 見切れよう
- Υποθετική (ば)
- 見切れれば
- Υποθετική (たら)
- 見切れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 見切れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 見切れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 見切れなさい
- Παθητική
- 見切れられる
- Αιτιατική
- 見切れさせる