める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερωτεύομαι με την πρώτη ματιά
  2. 02 αρχαϊκό βλέπω για πρώτη φορά, συναντώ για πρώτη φορά
  3. 03 αρχαϊκό έχω για πρώτη φορά σεξουαλική επαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
見初める
Παρόν (ευγενικό)
見初めます
Άρνηση (απλή)
見初めない
Άρνηση (ευγενική)
見初めません
Παρελθόν (απλό)
見初めた
Παρελθόν (ευγενικό)
見初めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見初めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見初めませんでした
Τε-μορφή
見初めて
Δυνητική
見初められる
Προστακτική
見初めろ
Βουλητική
見初めよう
Υποθετική (ば)
見初めれば