見回る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κάνω περιοδεία, περιπολώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 見回ります
- Άρνηση (απλή)
- 見回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 見回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見回りませんでした
- Τε-μορφή
- 見回って
- Δυνητική
- 見回れる
- Προστακτική
- 見回れ
- Βουλητική
- 見回ろう
- Υποθετική (ば)
- 見回れば
- Υποθετική (たら)
- 見回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 見回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 見回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 見回りなさい
- Παθητική
- 見回られる
- Αιτιατική
- 見回らせる