άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω πόζα (στο καμπούκι), υιοθετώ στάση
  2. 02 ιδιωματισμός κάνω μια υπερήφανη χειρονομία, υιοθετώ ύφος αυτοπεποίθησης, μιλώ με καύχηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
見得を切る
Παρόν (ευγενικό)
見得を切ります
Άρνηση (απλή)
見得を切らない
Άρνηση (ευγενική)
見得を切りません
Παρελθόν (απλό)
見得を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
見得を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見得を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見得を切りませんでした
Τε-μορφή
見得を切って
Δυνητική
見得を切れる
Προστακτική
見得を切れ
Βουλητική
見得を切ろう
Υποθετική (ば)
見得を切れば