見惚れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρωχημένο μαγεύομαι, γοητεύομαι, σαγηνεύομαι, κοιτάζω με θαυμασμό, παρακολουθώ συνεπαρμένος
Παραδείγματα
-
彼女の笑顔に見惚れます。
Με μαγεύει το χαμόγελό της.
-
夕日が海に沈む美しさに、思わず見惚れてしまいました。
Παρακολουθούσα συνεπαρμένος την ομορφιά του ήλιου που έδυε στη θάλασσα.
-
熟練した職人の手さばきに、周囲の人々は皆、息を呑んで見惚れていました。
Όλοι οι γύρω άνθρωποι κρατούσαν την ανάσα τους και παρακολουθούσαν συνεπαρμένοι την επιδεξιότητα του έμπειρου τεχνίτη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見惚れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 見惚れます
- Άρνηση (απλή)
- 見惚れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見惚れません
- Παρελθόν (απλό)
- 見惚れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見惚れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見惚れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見惚れませんでした
- Τε-μορφή
- 見惚れて
- Δυνητική
- 見惚れられる
- Προστακτική
- 見惚れろ
- Βουλητική
- 見惚れよう
- Υποθετική (ば)
- 見惚れれば
- Υποθετική (たら)
- 見惚れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 見惚れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 見惚れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 見惚れなさい
- Παθητική
- 見惚れられる
- Αιτιατική
- 見惚れさせる