見み慣なれる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνηθίζω να βλέπω, εξοικειώνομαι με την όψη, μου είναι γνώριμο

Παραδείγματα

  • この景色けしきは見慣みなれました。

    Αυτή η θέα μου είναι γνώριμη πια.

  • 引ひっ越こしてきてしばらくは違和感いわかんがあったが、今いまではこの風景ふうけいにもすっかり見慣みなれた。

    Όταν μετακόμισα εδώ, στην αρχή ένιωθα παράξενα, αλλά τώρα έχω συνηθίσει τελείως αυτό το τοπίο.

  • 長年ながねん、海外かいがいで暮くらしていると、日本にほんでは当あたり前まえだったことが、逆ぎゃくに珍めずらしく思おもえ、新あたらしい環境かんきょうにすっかり見慣みなれてしまったことを実感じっかんする。

    Όταν ζεις πολλά χρόνια στο εξωτερικό, συνειδητοποιείς ότι αυτά που ήταν αυτονόητα στην Ιαπωνία, τώρα σου φαίνονται περίεργα, και πλέον έχεις συνηθίσει πλήρως το νέο σου περιβάλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見慣れる
Παρόν (ευγενικό)
見慣れます
Άρνηση (απλή)
見慣れない
Άρνηση (ευγενική)
見慣れません
Παρελθόν (απλό)
見慣れた
Παρελθόν (ευγενικό)
見慣れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見慣れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見慣れませんでした
Τε-μορφή
見慣れて
Δυνητική
見慣れられる
Προστακτική
見慣れろ
Βουλητική
見慣れよう
Υποθετική (ば)
見慣れれば