える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω επίμονα, ατενίζω, καρφώνω το βλέμμα μου
  2. 02 διασφαλίζω, βεβαιώνομαι για, βάζω στόχο (π.χ. το μέλλον), εστιάζω σε

Παραδείγματα

  • 未来みらい見据みすえる

    Κοιτάζω το μέλλον.

  • 目標もくひょう見据みすえて努力どりょくする。

    Έχοντας τον στόχο μου στο μυαλό, καταβάλλω προσπάθειες.

  • 現状げんじょうをしっかり見据みすえ、これからの課題かだい必要ひつようがある。

    Είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κατάσταση με ρεαλισμό και να εργαστούμε για τις μελλοντικές προκλήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見据える
Παρόν (ευγενικό)
見据えます
Άρνηση (απλή)
見据えない
Άρνηση (ευγενική)
見据えません
Παρελθόν (απλό)
見据えた
Παρελθόν (ευγενικό)
見据えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見据えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見据えませんでした
Τε-μορφή
見据えて
Δυνητική
見据えられる
Προστακτική
見据えろ
Βουλητική
見据えよう
Υποθετική (ば)
見据えれば