くらべる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρίνω οπτικά, κρίνω κατόπιν σύγκρισης
  2. 02 λαμβάνω υπόψη, έχω κατά νου

Παραδείγματα

  • あのふたつの見比みくらべる

    Συγκρίνω αυτούς τους δύο πίνακες.

  • まえに、いくつかのみせ値段ねだん見比みくらべることが大切たいせつだ。

    Είναι σημαντικό να συγκρίνεις τις τιμές σε πολλά μαγαζιά πριν αγοράσεις κάτι.

  • 様々さまざま意見いけん慎重しんちょう見比みくらべた結果けっか最終的さいしゅうてき結論けつろんしました。

    Αφού έλαβα υπόψη και συνέκρινα προσεκτικά διάφορες απόψεις, κατέληξα στην τελική μου απόφαση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見比べる
Παρόν (ευγενικό)
見比べます
Άρνηση (απλή)
見比べない
Άρνηση (ευγενική)
見比べません
Παρελθόν (απλό)
見比べた
Παρελθόν (ευγενικό)
見比べました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見比べなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見比べませんでした
Τε-μορφή
見比べて
Δυνητική
見比べられる
Προστακτική
見比べろ
Βουλητική
見比べよう
Υποθετική (ば)
見比べれば