επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όμορφος, ελκυστικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
見目良い
Παρόν (ευγενικό)
見目良いです
Άρνηση (απλή)
見目良くない
Άρνηση (ευγενική)
見目良くないです
Παρελθόν (απλό)
見目良かった
Παρελθόν (ευγενικό)
見目良かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見目良くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見目良くなかったです
Τε-μορφή
見目良くて
Υποθετική (ば)
見目良ければ