なお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναθεώρηση, επανεξέταση, αναθεώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
見直しする
Παρόν (ευγενικό)
見直しします
Άρνηση (απλή)
見直ししない
Άρνηση (ευγενική)
見直ししません
Παρελθόν (απλό)
見直しした
Παρελθόν (ευγενικό)
見直ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見直ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見直ししませんでした
Τε-μορφή
見直しして
Δυνητική
見直しできる
Προστακτική
見直ししろ
Βουλητική
見直ししよう
Υποθετική (ば)
見直しすれば