てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιλέγω, διαλέγω
  2. 02 διαγιγνώσκω
  3. 03 κρίνω, εκτιμώ
  4. 04 παρομοιάζω, συγκρίνω, φαντάζομαι κάτι ως, αντιμετωπίζω ως

Κλίση

Παρόν (απλό)
見立てる
Παρόν (ευγενικό)
見立てます
Άρνηση (απλή)
見立てない
Άρνηση (ευγενική)
見立てません
Παρελθόν (απλό)
見立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
見立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見立てませんでした
Τε-μορφή
見立てて
Δυνητική
見立てられる
Προστακτική
見立てろ
Βουλητική
見立てよう
Υποθετική (ば)
見立てれば