つくろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιλέγω κατά την κρίση μου, χρησιμοποιώ την κρίση μου για να διαλέξω

Κλίση

Παρόν (απλό)
見繕う
Παρόν (ευγενικό)
見繕います
Άρνηση (απλή)
見繕わない
Άρνηση (ευγενική)
見繕いません
Παρελθόν (απλό)
見繕った
Παρελθόν (ευγενικό)
見繕いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見繕わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見繕いませんでした
Τε-μορφή
見繕って
Δυνητική
見繕える
Προστακτική
見繕え
Βουλητική
見繕おう
Υποθετική (ば)
見繕えば