なら

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακολουθώ το παράδειγμα κάποιου, μιμούμαι, αντιγράφω, εμπνέομαι από τη συμπεριφορά κάποιου
  2. 02 μαθαίνω παρατηρώντας

Παραδείγματα

  • 先生せんせい良いよいてん見習みならいます

    Θα ακολουθήσω το καλό παράδειγμα του δασκάλου μου.

  • かれ努力どりょくする姿勢しせい見習みならって、もっと頑張がんばりたいです。

    Θέλω να εμπνευστώ από την αφοσίωσή του και να προσπαθήσω περισσότερο.

  • 長年ながねん地域ちいき貢献こうけんしてきたかれ奉仕ほうし精神せいしん見習みならい、自分じぶん社会しゃかいやくちたいとおもいます。

    Θα ακολουθήσω το παράδειγμα του πνεύματος προσφοράς του, καθώς έχει συνεισφέρει στην κοινότητα για πολλά χρόνια, και θέλω κι εγώ να είμαι χρήσιμος στην κοινωνία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見習う
Παρόν (ευγενικό)
見習います
Άρνηση (απλή)
見習わない
Άρνηση (ευγενική)
見習いません
Παρελθόν (απλό)
見習った
Παρελθόν (ευγενικό)
見習いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見習わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見習いませんでした
Τε-μορφή
見習って
Δυνητική
見習える
Προστακτική
見習え
Βουλητική
見習おう
Υποθετική (ば)
見習えば