見聞く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βλέπω και ακούω, αποκτώ εμπειρία, γίνομαι μάρτυρας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 見聞く
- Παρόν (ευγενικό)
- 見聞きます
- Άρνηση (απλή)
- 見聞かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 見聞きません
- Παρελθόν (απλό)
- 見聞いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 見聞きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 見聞かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 見聞きませんでした
- Τε-μορφή
- 見聞いて
- Δυνητική
- 見聞ける
- Προστακτική
- 見聞け
- Βουλητική
- 見聞こう
- Υποθετική (ば)
- 見聞けば
- Υποθετική (たら)
- 見聞いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 見聞きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 見聞くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 見聞きなさい
- Παθητική
- 見聞かれる
- Αιτιατική
- 見聞かせる