ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επισκέπτομαι και συμπαραστέκομαι, πηγαίνω να δω κάποιον (π.χ. στο νοσοκομείο), ρωτώ για την κατάσταση κάποιου (π.χ. για την υγεία του), ενδιαφέρομαι για την πορεία της υγείας κάποιου
  2. 02 επιτίθεμαι, χτυπώ, καταφέρω, εξαπολύω (π.χ. μια γροθιά)

Παραδείγματα

  • 友達ともだち見舞みまいます

    Θα επισκεφτώ τον φίλο μου (στο νοσοκομείο).

  • 入院中にゅういんちゅう祖母そぼ見舞みまいにきました。

    Πήγα να επισκεφτώ τη γιαγιά μου που νοσηλεύεται.

  • 突然とつぜんあらしがそのまち見舞みまい、おおきな被害ひがいをもたらしました。

    Μια ξαφνική καταιγίδα έπληξε την πόλη, προκαλώντας μεγάλες ζημιές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見舞う
Παρόν (ευγενικό)
見舞います
Άρνηση (απλή)
見舞わない
Άρνηση (ευγενική)
見舞いません
Παρελθόν (απλό)
見舞った
Παρελθόν (ευγενικό)
見舞いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見舞わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見舞いませんでした
Τε-μορφή
見舞って
Δυνητική
見舞える
Προστακτική
見舞え
Βουλητική
見舞おう
Υποθετική (ば)
見舞えば