われる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήττομαι (από τυφώνα, σεισμό κ.λπ.), χτυπιέμαι (από), υποφέρω (από συμφορά), υφίσταμαι (ατυχία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
見舞われる
Παρόν (ευγενικό)
見舞われます
Άρνηση (απλή)
見舞われない
Άρνηση (ευγενική)
見舞われません
Παρελθόν (απλό)
見舞われた
Παρελθόν (ευγενικό)
見舞われました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見舞われなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見舞われませんでした
Τε-μορφή
見舞われて
Δυνητική
見舞われられる
Προστακτική
見舞われろ
Βουλητική
見舞われよう
Υποθετική (ば)
見舞われれば