見み返かえす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταποδίδω το βλέμμα (σε κάποιον)
  2. 02 ξανακοιτάζω, επανεξετάζω
  3. 03 αποδεικνύω την ανωτερότητά μου, τον βάζω στη θέση του, παίρνω το αίμα μου πίσω
  4. 04 κοιτάζω πίσω (μου)

Παραδείγματα

  • この本ほんをもう一度いちど見返みかえしました。

    Ξανακοίταξα αυτό το βιβλίο.

  • 彼かれに見下みくだされたので、いつか見返みかえしたいです。

    Με υποτίμησε, γι' αυτό θέλω κάποια μέρα να του δείξω ποιος είμαι.

  • 周まわりの期待きたいを裏切うらぎらないよう、努力どりょくして皆みなを見返みかえしてやると心こころに誓ちかった。

    Ορκίστηκα μέσα μου ότι θα προσπαθήσω σκληρά για να μην απογοητεύσω τις προσδοκίες των γύρω μου και να τους αποδείξω την αξία μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見返す
Παρόν (ευγενικό)
見返します
Άρνηση (απλή)
見返さない
Άρνηση (ευγενική)
見返しません
Παρελθόν (απλό)
見返した
Παρελθόν (ευγενικό)
見返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見返しませんでした
Τε-μορφή
見返して
Δυνητική
見返せる
Προστακτική
見返せ
Βουλητική
見返そう
Υποθετική (ば)
見返せば