かえ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντάλλαγμα, ανταμοιβή, αποζημίωση, κάτι που δίνεται ως αντίποινα
  2. 02 εγγύηση, εξασφάλιση
  3. 03 στροφή για να κοιτάξει κανείς πίσω

Παραδείγματα

  • 見返りみかえりもとめない。

    Δεν ζητάω αντάλλαγμα.

  • その仕事しごと見返りみかえりすくなかった。

    Η ανταμοιβή για αυτή τη δουλειά ήταν μικρή.

  • かれなに見返りみかえりがあるものと期待きたいしていたようだが、結局けっきょく何もなにもなかった。

    Φαίνεται πως περίμενε κάποιο αντάλλαγμα, αλλά τελικά δεν πήρε τίποτα.