れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυγχάνω να αναγνωρίσω
  2. 02 υποτιμώ (κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
見逸れる
Παρόν (ευγενικό)
見逸れます
Άρνηση (απλή)
見逸れない
Άρνηση (ευγενική)
見逸れません
Παρελθόν (απλό)
見逸れた
Παρελθόν (ευγενικό)
見逸れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見逸れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見逸れませんでした
Τε-μορφή
見逸れて
Δυνητική
見逸れられる
Προστακτική
見逸れろ
Βουλητική
見逸れよう
Υποθετική (ば)
見逸れれば