ごす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να περάσει, παραβλέπω, χάνω

Παραδείγματα

  • ていたのに、それを見過みすごしてしまいました。

    Αν και το έβλεπα, το έχασα.

  • 試験しけん重要じゅうようなポイントを見過みすごさないように、よく確認かくにんしてください。

    Ελέγξτε προσεκτικά για να μην παραβλέψετε σημαντικά σημεία στην εξέταση.

  • 多忙たぼう日々ひびなかでも、ちいさなしあわせを見過みすごさないようにこころがけたいものです。

    Θα πρέπει να προσπαθούμε να μην παραβλέπουμε τις μικρές χαρές, ακόμα και μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
見過ごす
Παρόν (ευγενικό)
見過ごします
Άρνηση (απλή)
見過ごさない
Άρνηση (ευγενική)
見過ごしません
Παρελθόν (απλό)
見過ごした
Παρελθόν (ευγενικό)
見過ごしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見過ごさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見過ごしませんでした
Τε-μορφή
見過ごして
Δυνητική
見過ごせる
Προστακτική
見過ごせ
Βουλητική
見過ごそう
Υποθετική (ば)
見過ごせば